Εγγραφείτε στο Newsletter

5 άσσοι για την πόρτα

25/03
2017
19:52

Βουτιές μέσα στη μπόρα, του Γιάννη Στουραΐτη

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(14 ψήφοι)

b5c927b0f77a27b81fd38b65df5f2fbf_L.jpg

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Στουραΐτης

 

 

 

 

stouras.jpg

 


Ο θόρυβος εκκωφαντικός, αλλά εμείς, κοιμόμασταν του καλού καιρού.


Δηλαδή, τι του καλού καιρού, του κάκιστου καιρού, εν μέσω της τροπικής καταιγίδας που μαινόταν έξω, όμως για μας, αυτά ήταν συνηθισμένα πράγματα, εξ ου και κοιμόμασταν, μακαρίως, του …κακού καιρού!


Βρισκόμαστε στην εποχή των βροχών στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας, όπου γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε, μέχρι μια ορισμένη ηλικία.


Οι γονείς μας, αμφότεροι Αιγυπτιώτες, παιδιά Ελλήνων μεταναστών, πρωτοπήγαν εκεί, (στην Αντίς Αμπέμπα, Ελληνιστί «Νέο Λουλούδι»), το 1948.


Τότε δεν είχαν την πολυτέλεια να πολυβασανίσουν τις αποφάσεις τους, με σχολαστική εκτίμηση όλων των, υπέρ και κατά, παραμέτρων, για να εξασφαλίσουν θεωρητικά την όποια, ασφαλέστερη, επιλογή τους.


Θα μου πεις, τυχοδιώκτες;


Πες το κι έτσι, απλώς έδιναν προτεραιότητα στον στόχο τους να ξεφύγουν από την φτώχεια των προγόνων τους στην ψωροκώσταινα.


Δεν είχε «πού θα πάμε μέσα στους άγριους», ή «πώς θα μεγαλώσουμε τα παιδιά μας», ή «μην αρπάξουμε καμιά δυσεντερία», ή «στου διαόλου την μάνα» και ούτω καθ’ εξής!


Πάντως, όπως και να ‘χει, τα πράγματα δεν ήταν τόσο δραματικά όσο ακούγονταν τότε, ούτε και όσο ακούγονται και σήμερα.


Οι ντόπιοι ήσαν πτωχοί, αλλά υπερήφανοι, ευγενείς και φιλόξενοι, μακράν απέχοντες από άγριους, ενώ εμείς, ανήκαμε σε μια , εξ ορισμού προνομιούχα τάξη, λόγω της γενικότερης φτώχειας που επικρατούσε γύρω μας, παρά το γεγονός ότι η εξ Ελλάδος καταγωγή μας ήταν ταπεινή, ορμώμενη από την μικροαστική τάξη, κι ας είχαμε αποκτήσει …αριστοκρατικές συνήθειες, (π.χ. υπηρετικό προσωπικό, πλούσια κοινωνική ζωή κ.λπ.).


Βέβαια, το 1948, η κοτζάμ πρωτεύουσα του Αιθιοπικού κράτους, ίσως να μην είχε ούτε έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο, άντε να είχε κάνα δυό στην περιοχή του παλατιού του αυτοκράτορα, ενώ το μοναδικό τσιμεντένιο σπίτι ανήκε στον Έλληνα εργοδότη που είχε προσλάβει τον πατέρα μου στην επιχείρησή του.


Τα υπόλοιπα σπίτια ήταν «τσίκα μπετ»!


Τσίκα, στα αιθιοπικά= λάσπη, μπετ= σπίτι, τσίκα-μπετ= λασπόσπιτο!


Επρόκειτο για κατασκευές που αποτελούνταν από έναν ξύλινο σκελετό, συνήθως κλαδιά ευκαλύπτου, πάνω στον οποίο έκτιζαν τους τοίχους από λάσπη και άχυρα, τους οποίους σοβάτιζαν απ’ έξω κι από μέσα, ενώ από πάνω τοποθετούσαν επικλινείς στέγες από τσίγκο, εξ ου και ο εκκωφαντικός θόρυβος στην διάρκεια των καταιγίδων!


Εννοείται πως, έχοντας γεννηθεί σε λασπόσπιτο, δεν μας έκανε ουδεμία εντύπωση ο σαματάς του χαλαζιού πάνω στον τσίγκο, για να μην πω ότι τις περισσότερες φορές, το μεταλλικό τσίγκι-τσίγκι, πλίτσι-πλίτσι, τσίγκι-πλίτσι της βροχούλας, μέχρι που μας νανούριζε!
Οι καταιγίδες δε, ήταν τόσο συχνές που δεν τους δίναμε καμία σημασία!

 

Αστραπές, βροντές, κεραυνοί!
Πφφ, σιγά το πράμα!

 

Πόση νοσταλγία θεέ μου!
Σαν σε όνειρο, με τον τσίγκο από πάνω μου να εκτελεί, σαν κρουστό, την μουσική της βροχούλας, μού έρχονται απρόσκλητες οι αναμνήσεις!


Παραδόξως, αυτήν την φορά δεν θυμήθηκα περιστατικά που σχετίζονται με συνομήλικούς μου, αλλά με φίλους των γονιών μου, αρκετοί από τους οποίους έχουν αποδημήσει εις τας Αιωνίους Μονάς!


Ένας από αυτούς, ο αείμνηστος κος Ξενοφών, ηλικιωμένος ήδη τότε, αλλά με ψυχή εφήβου, στον βαθμό που, χρόνια μετά, όντας εγώ φοιτητής, να κάνω άνετα μαζί του παρέα, αισθανόμενος συνομήλικός του!


Ήταν ένας πολύ καλλιεργημένος, προοδευτικός Ηπειρώτης έμπορος υφασμάτων, με λεπτότατο χιούμορ, το μαγαζί του οποίου αποτελούσε σημείο συνάντησης λίγων μεν, αλλά εκλεκτών μελών της Ελληνικής Παροικίας, ένα είδος άτυπου πολιτιστικού κέντρου, στο οποίο κόρωναν ζωηρές, φιλοσοφικές, και όχι μόνο, συζητήσεις περί Τέχνης, Γραμμάτων και άλλων συναφών θεμάτων!


Θυμούμαι ότι, στην εφηβεία μου, μού είχε συστήσει να διαβάσω τον «Βίο του Ιησού», του Γάλλου, ιστορικού και φιλόσοφου, Ερνέστου Ρενάν, για να το συζητήσουμε!
Άλλη ανεξίτηλη εικόνα, ο κ. Ξενοφών, στο σαλόνι τους, με το πόδι πάνω στο υποπόδιο, σε τέλεια στάση, να εκτελεί με άψογη τεχνική, κλασικά κομμάτια με την κιθάρα του και η κα Μαρία, η γλυκύτατη γυναίκα του, να τον ακούει με ευλαβική προσήλωση!

 

Αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι, είχαν φιλοξενήσει στο σπίτι τους την μητέρα μου κατά την διάρκεια της πρώτης, πολύ δύσκολης, φάσης της χηρείας της, μέχρι να συνέλθει από το σοκ του αυτοκινητιστικού δυστυχήματος που μας στέρησε πρόωρα τον πατέρα μας και την μητέρα του και γιαγιά μας.


Ας ελαφρύνω όμως λίγο την ατμόσφαιρα κι ας μιλήσω για την, κατά πολύ νεότερη, κολλητή φίλη και συνάδελφο της μητέρας μου, την πάντα κεφάτη Γαλλιδούλα, την Μαρινέτ, ώρα της καλή, με την οποία, ευτυχώς, έχω διατηρήσει επικοινωνία μέχρι και σήμερα, έστω και μόνο τηλεφωνικά!


Με τον κ. Ξενοφώντα και την Μαρινέτ στην παρέα, ήταν αδύνατον να μην διασκεδάσει κάποιος!


Ιδιαίτερα πνευματώδεις και οι δύο, η μία, ένα αεικίνητο, νεαρό, ζωηρό πειραχτήρι, κι ο άλλος, ένας ήσυχος, ψύχραιμος, πολύ παρατηρητικός, ετοιμόλογος, με αστραφτερά ματάκια, παππούς, αρέσκονταν αμφότεροι να κάνουν λογοπαίγνια.


Πρώτη το ξεκίνησε η Μαρινέτ, η οποία αντί να φωνάζει τον Ξενοφώντα με τ’ όνομά του, τον έλεγε «Μεσιέ Σαξοφόν»!


Πολύ της άρεσε!


«Μεσιέ Σαξοφόν» εδώ, «Μεσιέ Σαξοφόν» εκεί, «Μεσιέ Σαξοφόν» πάνω, «Μεσιέ Σαξοφόν» κάτω, και δώσ’ του γέλια και δώς΄του πλάκα!


Ο Ξενοφών, υπέμενε στωικά χωρίς, τάχα μου, ν’ αντιδρά καθόλου, παρά την επιμονή τής Μαρινέτ να τον πειράζει με τις συχνότατες επαναλήψεις της εκφοράς του παραφρασμένου ονόματός του!


Κάποια στιγμή φαίνεται ότι το πράγμα έφθασε, τάχα μου, στο απροχώρητο, οπότε, με το επόμενο «Μεσιέ Σαξοφόν», γυρνάει ο Ξενοφών, με ελληνικότατη προφορά και με φλέγμα που θα το ζήλευαν όλοι μαζί οι Εγγλέζοι, και της λέει: «Γουί Κλαρινέτ!»
Όλα σε ένα!


- Και παράφραση Γαλλικού ονόματος έναντι παράφρασης Ελληνικού ονόματος,
- Και μουσικό όργανο, έναντι μουσικού οργάνου,
- Και πνευστό, έναντι πνευστού!


Μόνον ένας οξύνους, γνήσιος συνεχιστής του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος μπορούσε να το πετύχει αυτό, αφήνοντας εμβρόντητο τον «αντίπαλο»!
Σαξοφόν – Κλαρινέτ, τρία μηδέν!

 

Μιάν άλλη φορά, πολύ μεταγενέστερα, συζητώντας με τον Ξενοφώντα, τον έφερα σε δύσκολη θέση λέγοντάς του ότι σε όλη μου την, μέχρι τότε, ζωή οι αναφορές στον πατέρα μου ήταν πανταχόθεν εγκωμιαστικές όπως, σχεδόν πάντα, συμβαίνει με την μυθοποίηση των ανθρώπων που έφυγαν από την ζωή πολύ πρόωρα.


«Δεν μπορεί», του είπα, «να μην είχε ελαττώματα!»


«Θέλω να μού πείτε ειλικρινά ποια ήταν τα ελαττώματα του πατέρα μου. Όλοι μου λένε μόνο για τα προτερήματα και τις αρετές του!»

 

Όπα! Τον ζόρισα πολύ!
Όσο, όμως, τον παρατηρούσα, τόσο συνειδητοποιούσα, όχι ότι δυσκολευόταν να μου μιλήσει για τα ελαττώματα του πατέρα μου, αλλά ότι δυσκολευόταν να τα εντοπίσει!
Και δώσ’ του και φυσούσε και δώσ’ του και ξεφυσούσε!

 

Στο μεταξύ μού ήρθαν στο μυαλό κάποιες νύξεις που έκανε απ’ έξω- απ’ έξω στο παρελθόν η γιαγιά μου, ξέρετε τώρα, μπηχτές των πεθερών που αιωρούνται στον αέρα, χωρίς να μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι τις άκουσε να κατηγορούν ανοιχτά τον μακαρίτη!


Ούτε λίγο, ούτε πολύ, το μήνυμα ήταν ότι ο πατέρας μου ήταν συνέχεια περιτριγυρισμένος από διάφορες κυρίες του κύκλου μας που εκδήλωναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την, αντικειμενικά, γοητευτική του προσωπικότητα!
Το διατυπώνω όσο πιο κομψά γίνεται!
Αφού είδα κι απόειδα, λοιπόν, του λέω, για να τον διευκολύνω:


«Ξέρω, κε Ξενοφών, από την γιαγιά μου, ότι ο πατέρας μου ήταν γυναικάς!»


Πέφτει σε περισυλλογή ο γλυκύτατος φίλος μου και δεν βγάζει άχνα!


Του πήρε λίγο χρόνο, αλλά τελικά, το ξεφούρνισε:


«Να σου πω, Γιαννάκη, δεν ήταν ο πατέρας σου γυναικάς, μον’ οι γυναίκες ήταν αντρούδες!»


Αυτός κι αν είναι νεολογισμός!


Την σκαπούλαρε τελικά ο μπαμπάς, αμόλυντος από ελαττώματα, χάρη στην σοφία και την οξύνοια του Ξενοφώντος!

 

Αναπολώντας τις αναμνήσεις από τα παιδικά και νεανικά μου χρόνια, χαίρομαι που έζησα σε μιαν εποχή ρομαντικότερη, όπου γνώρισα αυτούς τους διαφορετικούς, αγνότερους, άδολους ανθρώπους, που διέθεταν χιούμορ ναΐφ εκ πρώτης όψεως, με την έννοια της σύντηξης του απλοϊκού με το πρωτόγονο, σαφώς αθωότερο, χωρίς ίχνος σαρκασμού μεν, αλλά με σαφή στοιχεία αυτοσαρκασμού, χωρίς καχυποψία, με σχεδόν καθόλου, ή λιγότερο, δόλο και παιχνιδιάρηδες με μεγαλύτερη διάθεση για άκακο πείραγμα, χαρακτηριστικά με τα οποία κάποιος δεν «επιβιώνει» τόσο εύκολα σήμερα…

 

Εύχομαι, το βράδυ που θα πάω για ύπνο, να ξανακούσω, ίσως όχι τον χαμό που κάνει το χαλάζι πάνω στον τσίγκο, αλλά το πλίτσι-πλίτσι-τσίγκι-τσίγκι της τροπικής βροχής στην στέγη μου, με τους ήχους της να πλαισιώνονται από τις αστραπές και τις βροντές της αφρικανικής μπόρας.


Μιας μπόρας σαν κι αυτήν που καταλαμβάνει την ψυχή μου με τις νοσταλγικές βουτιές που κάνω στο παρελθόν…

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

 

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια